Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Σεβαστούπολη


Ιστορία Εκκλησιών    GR

Συγγραφέας: ABDULLAYEVA-VAGIA MARIANNA

Ελληνική εκκλησία των Δώδεκα Απόστολων (του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού).

Η Μπαλακλάβα είναι οικισμός κυριολεκτικά κρυμμένος σε έναν εντυπωσιακά βαθύ και μεγάλο γραφικό κόλπο της Μαύρης Θάλασσας, που βρίσκεται στην άκρη της σημερινής Σεβαστούπολης. Παρόλο που ο πρώτος οικισμός στην περιοχή εντοπίζεται πριν από περίπου δυόμιση χιλιάδες χρόνια πριν, η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της πόλης δεν είναι γνωστή. Υπάρχει μια εκδοχή που αναφέρει ότι η Μπαλακλάβα περιγράφεται από τον Όμηρο στην Οδύσσεια ως το λιμάνι του Λάμου στην χώρα των Λαιστρυγόνων. Το 1ο αιώνα μ.Χ. η πόλη κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Μετά τη βυζαντινή περίοδο, πέρασαν και οι Γενουάτες. Οι Έλληνες ονόμασαν την πόλη «Ιαμπόλη», «Ιαμπόλντ» ή «Ιαμπόλ» (θεωρείται ότι από εκεί προκύπτει το «Τσεμπάλο» ως ονομασία του μεσαιωνικού φρούριου). Η ονομασία της πόλης Μπαλακλάβα κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από την τουρκική λέξη Μπαλίκ-Ουβέ, που μεταφράζεται ως «κήπος ψαριών», και δόθηκε επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μια νέα σελίδα στην ιστορία της δυτικής Κριμαίας άνοιξε με την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας, όταν το 1774 το Κερτς και το Ενί-Καλέ έγιναν τα πρώτα εδάφη στρατιωτικής παρουσίας των Ρώσων στην Κριμαία. Μετά από την προσάρτηση της Κριμαίας το 1783 η Ρωσική Αυτοκρατορία άρχισε τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις και τον αποικισμό της περιοχής (από γαιοκτήμονες, αγρότες, αστούς, στρατιωτικούς και ξένους) με σκοπό την αλλαγή της δημογραφικής σύνθεσης του πληθυσμού. Οι Έλληνες μετανάστευσαν στην Ρωσία για οικονομικούς λόγους και από τη δυνατότητα να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους δικαιώματα. Οι πρώτοι Έλληνες του τέλους του 18ου αιώνα στην Κριμαία ήταν οι κάτοικοι του Αρχιπελάγους (οι στρατιώτες του λεγόμενου «Αλβανικού τάγματος» όπως είναι γνωστό στη ρωσική ιστοριογραφία και «Ελληνικού Τάγματος» όπως είναι γνωστό στην ελληνική ιστοριογραφία) που αποίκησαν το Ενικαλέ και το Κερτς και από τους οποίους ήδη το 1779 διαμορφώθηκε το σύνταγμα πεζικού που αργότερα μετακινήθηκε στην περιοχή της Μπαλακλάβας.

Η ιστορία των ελληνικών εκκλησιών στην περιοχή ξεκινά με την εκκλησία των Δώδεκα Απόστολων που θεμελιώθηκε τον 14ο-15ο αιώνα, πολλές φορές καταστράφηκε και ξανακτίστηκε. To 1794 ανακαινίσθηκε με τα χρήματα των Ελλήνων στρατιωτικών της Μπαλακλάβας. Σύμφωνα με τις περιγραφές του 18ου αιώνα, η εκκλησία ήταν ένα μικρό πέτρινο κτίριο [2]. Με τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου, χτίστηκε ένα νέο κτίριο προς τιμήν του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού στα θεμέλια της παλαιάς εκκλησίας στη Μπαλακλάβα, το οποίο αγιάστηκε στις 8 Ιουνίου 1857 από τον επίσκοπο της Ταυρίδας και Συμφερούπολης Γκερμογέν. Ως τα μέσα του 19ου αιώνα, η εκκλησία βρισκόταν στη δικαιοδοσία του «Ιεράρχη του στρατού και του ναυτικού», ενώ μετά την κατάργηση του Ελληνικού Τάγματος παραχωρήθηκε στην επαρχία της Συμφερούπολης. Στην εκκλησία σώζονταν 6 λάβαρα του Ελληνικού Τάγματος της Μπαλακλάβας. Ο ναός ήταν ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό μνημείο, διαφορετικό από όλα τα άλλα εκκλησιαστικά κτίρια της Κριμαίας και των γειτονικών περιοχών. Είχε κατασκευαστεί από ασβεστόλιθο με τέσσερεις κίονες σε σχήμα σταυρού που καλύπτονταν από ένα τρούλο. Στο εσωτερικό, τους τοίχους του ναού κάλυπταν τοιχογραφίες που δεν υπάρχουν σήμερα. Οι δωρικού ρυθμού κίονες μέσα στο ναό έδιναν μια αίσθηση μεγαλείου.

Η ενορία της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου συμπεριελάμβανε την πόλη Μπαλακλάβα και το χωριό Καντικόι (Кадикой). Το χωριό Καντικόι κατοικούνταν από αρκετούς Έλληνες (604 άτομα) [3]. Για να καλυφθούν τα έξοδα λειτουργίας του ναού, η ελληνική κοινότητα του χωριού δώρισε στην εκκλησία 48,5 ντεσιατίνα γης. Τα έσοδα από την εκμετάλλευση της γης [4] συμπλήρωναν το μικρό κρατικό μισθό του ιερέα [5]. Στα κτήρια μέσα στο περίβολο της εκκλησίας, τα οποία κτίστηκαν το 1875 και το 1882, κατοικούσαν ο ιερέας και ο βοηθός του. Το 1886, οι ιερείς της εκκλησίας κατέθεσαν αίτηση στην επαρχιακή διοίκηση ζητώντας την έγκριση της άδειας απασχόλησης εθελοντή βοηθού, στην οποία αποφάνθηκαν θετικά [6].

 

Στην εκκλησία υπάγονταν τρία παρεκκλήσια: της Αγίας Τριάδας στο κέντρο της Μπαλακλάβα, του Προφήτη Ηλία σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από αυτή, και του Αγίου Γεωργίου σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από αυτή. Επίσης, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, υπήρχε η παλαιά (πριν το 18 αιώνα) εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων που λειτουργούσε μία φορά το χρόνο, δηλαδή στις 24 Ιουνίου [7]. Αναφέρεται ότι στην εκκλησία αυτή υπηρέτησε ο έλληνας μοναχός Ακάκιος καθώς και ο ιερέας Αναστάσιος. Στη Μπαλακλάβα επίσης λειτουργούσε ελληνικός φιλανθρωπικός σύλλογος όπου γνωρίζουμε ότι το 1910 πρόεδρός ήταν ο Εμμανουήλ Καπετανάκης (Эммануил Николаевич Капитанаки), διευθυντής της Δημόσιας Τράπεζας της Μπαλακλάβα [8].

Την περίοδο 1923 – 1928, ο κλήρος και οι πιστοί της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στη Μπαλακλάβα με ιερέα τον Μάρκοβ (К. Марков) υποστήριξαν την λεγόμενη Ελληνική Ευταξία [9]. Το 1923 το Συμβούλιο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έλαβε απόφαση σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της εκκλησίας, που ονομάστηκε Renovationism. To κίνημα του Renovationism στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία που αργότερα ονομάστηκε Ορθόδοξη Εκκλησία στη Σοβιετική Ένωση, όπως zhivotserkovnichestvoobnovlenchestvo) ήταν ένα σχισματικό κίνημα στον Ρωσικό Χριστιανισμό το οποίο προέκυψε μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917. Ο δεδηλωμένος στόχος της «ανανέωσης της Εκκλησίας» ήταν με λίγα λόγια ο εκδημοκρατισμός της εκκλησιαστικής διοίκησης και ο εκσυγχρονισμός της λειτουργίας της, όπως η αλλαγή του εκκλησιαστικού ημερολογίου. Το κίνημα διαφώνησε με την ηγεσία της Εκκλησίας η οποία εκπροσωπούταν από τον Πατριάρχη Τύχων, εκφράζοντας την πλήρη υποστήριξη στο νέο καθεστώς και τον μετασχηματισμό της ρωσικής εκκλησίας. Ξεκινώντας ως ένα «λαϊκό» κίνημα ανάμεσα στους ρώσους κληρικούς για την αναμόρφωση της Εκκλησίας, γρήγορα βρήκε την πλήρης στήριξη των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, οι οποίες ήλπιζαν να διαχωρίσουν και να αποδυναμώσουν το Ρωσική Εκκλησία. Η κίνηση αυτή έλαβε επίσημη θέση από το 1922 και θεωρείται ότι έληξε με το θάνατο του ηγέτη του, Αλέξανδρου Ββεντένσκι, το 1946. Το 1923, λοιπόν, οι 13 ελληνικές ενορίες εναντιώθηκαν στις αποφάσεις και ίδρυσαν την Ελληνική Ευταξία (Греческое благочиние) που συνέχισε ως το 1928. Οι εκκλησίες της Ελληνικής Ευταξίας της Κριμαίας αιτήθηκαν να εξαιρεθούν από την δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Μόσχας και να υπαχθούν στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Μαζικό χαρακτήρα έλαβε το κλείσιμο των εκκλησιών το 1936. Η περιουσία τους κατασχέθηκε για «τις ανάγκες του σοβιετικού λαού» [10]. Έτσι βάσει της συγκεκριμένης απόφασης, από τις 23 Μαίου του 1936 η εκκλησία των Αγίων Πέτρου και Παύλου των Πρωτοκορυφαίων Αποστόλων μετατράπηκε σε ξενώνα, ενώ λίγο αργότερα το κτίριο γκρεμίστηκε. Το 1937, παρότι οι πιστοί έστειλαν πολλά παράπονα στην Εισαγγελία της Σοβιετικής Ένωσης, η εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού στη Μπαλακλάβα έκλεισε. [11] Αυτός ο ιερός χώρος μετατράπηκε σε Λέσχη των «πιονέρων», και στη συνέχεια σε λέσχη του Συλλόγου Συνδρομής στην Άμυνα, την Αεροπορία και τη Χημική βιομηχανία.

Μόλις το 1990 ο ναός δόθηκε πίσω στους πιστούς. Ο αρχιτέκτονας Γ. Λοσίτσκι (Ю. Лосицкий), κάτοικος Κιέβου, ετοίμασε το σχέδιο της αναστήλωσής του. Ο ναός ανακαινίσθηκε με τις προσπάθειες του αρχιμανδρίτη Αυγουστίνου (Августин, τότε ακόμα πρωθιερέας Αλέξανδρος) και αγιάστηκε στις 13 Ιουλίου προς τιμήν των Δώδεκα αποστόλων. Το 1990 έγινε μετόχι του Μοναστηριού του Αγίου Κλημέντου του Ινκερμάν. Εκεί διατηρούνται πολύτιμα κειμήλια όπως τα ιερά λείψανα του Αγίου Σεργίου Ράντονεζσκι και του Αγίου Βασιλείου του Ευλογημένου.


[1] Η συγγραφέας ευχαριστεί θερμά την Πανελλήνια Ένωση Ποντίων Αξιωματούχων «Αλέξανδρος Υψηλάντης» για το πολύτιμο υλικό που της προσφέρθηκε το 1999.

[2] Ινστιτούτο Χειρόγραφου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ουκρανίας του Β. Ι. Βερνάντσκιϊ (ΙΧ ΕΒΟΒ), αρχ. 5, φακ. 462 – 546.

[3] Гермоген, Таврическая епархия [Γκερμογέν, Η επαρχία της Ταυρίδας], Τυπογραφείο της επαρχιακής διοίκησης, Πσκοβ 1887, 349.

[4] 48 ντεσιατίνα στο Καντικόι και 9 ντεσιατίνα και ένα οικόπεδο των 25 τετραγωνικά σαζέν στη Μπαλακλάβα (52,99 και 9,83 τετραγωνικά χιλιόμετρα και 113 τετραγωνικά μέτρα, αναλόγως), М. А. Абдуллаєва, Православні храми та монастирі Криму як осередки духовного життя грецького населення (кінець XVIII – 30-і роки XX ст.). [Μ. Α. Αμπντουλλάεβα, Ορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια της Κριμαίας ως κέντρα της πνευματικής ζωής του ελληνικού πληθυσμού (τέλη του 18ου αι. – η δεκαετία του 1930)], αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Ινστιτούτο Ιστορίας της Ουκρανίας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας, Κίεβο 2002, 175.

[5] Гермоген, Таврическая епархия [Γκερμογέν, Η επαρχία της Ταυρίδας], Πσκοβ 1887, 359.

[6] Ταυρίτσεσκιε Επαρχιάλνιε Βέντομοστι, 1886, τχ. 7, 420.

[7] Κρατικό αρχείο της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Κριμαίας (ΚΑΑΔΚ), αρχ. 118 «Таврическая духовная консистория» [«Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Ταυρίδας»], αρ. ευρ. 1, φακ. 6202, 52 – 53.

[8] Греки в истории Крыма, Краткий биографический справочник [Έλληνες στην ιστορία της Κριμαίας, Σύντομο βιογραφικό ευρετήριο], Συμφερούπολη, 2000, 164.

[9] М. А. Абдуллаєва, Православні храми та монастирі Криму як осередки духовного життя грецького населення (кінець XVIII – 30-і роки XX ст.). [Μ. Α. Αμπντουλλάεβα, Ορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια της Κριμαίας ως κέντρα της πνευματικής ζωής του ελληνικού πληθυσμού (τέλη του 18ου αι. – η δεκαετία του 1930)], αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Ινστιτούτο Ιστορίας της Ουκρανίας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας, Κίεβο, 2002, σ. 175; М. А. Абдуллаєва, Грецькі громади Криму в 1917 – 1938 рр. [Μ. Α. Αμπντουλλάεβα, Ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας το 1917 – 1938], Ινστιτούτο της Ιστορίας Ουκρανίας της ΕΑΕ της Ουκρανίας, Κίεβο 2001.

[10] Ю. А. Катунин, «Антиклерикальная политика крымских органов власти (30-е годы XX века)» [Γιου. Α. Κατούνιν, Αντιεκκλησιαστική πολιτική των οργάνων της εξουσίας στην Κριμαία στη δεκαετία του 1930], Κουλτούρα Ναρόντοβ Πριτσερνομόρια, 1999, τχ. 11, 58.

[11] ΚΑΑΔΚ, αρχ. Ρ-663 «Центральный исполнительный комитет Совета рабочих, крестьянских, красноармейских и краснофлотских депутатов Крымской АССР» [«Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ αντιπροσώπων των εργατών, αγροτών, στρατιωτών και ναυτών του Κόκκινου στρατού της Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Κριμαίας»], αρ. ευρ. 18, φακ. 57.


Αναφορές

Ιστοσελίδες:

Храм Двенадцати Апостолов в Балаклаве [Ο ναός των Δώδεκα Αποστόλων στην Μπαλακλάβα] διαθέσιμο στη διεύθυνση http://balaclava.crimea.ua/Hram-12-apostolov.php, (πρόσβαση 09.10.2014).

Севастополь - Храм Двенадцати Апостолов в Балаклаве [Σεβαστούπολη, Ναός των Δώδεκα Αποστόλων στην Μπαλακλάβα] διαθέσιμο στη διεύθυνση http://krim-palomnik.ru/sobors/79-sevastopol.html?start=3, (πρόσβαση 09.10.2014).

 

Αρχεία:

Αρχείο της Πανελλήνιας Ένωσης Ποντίων Αξιωματούχων «Αλέξανδρος Υψηλάντης».

Ινστιτούτο Χειρόγραφου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ουκρανίας του Β. Ι. Βερνάντσκι (ΙΧ ΕΒΟΒ), αρχ. 5, φακ. 462 – 546.

Κρατικό αρχείο της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Κριμαίας (ΚΑΑΔΚ), αρχειακή σειρά 118 «Таврическая духовная консистория» [«Εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Ταυρίδας»], αρ. ευρ. 1, φακ. 6202.

ΚΑΑΔΚ, αρχειακή σειρά Ρ-663 «Центральный исполнительный комитет Совета рабочих, крестьянских, красноармейских и краснофлотских депутатов Крымской АССР» [«Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ αντιπροσώπων των εργατών, αγροτών, στρατιωτών και ναυτών του Κόκκινου στρατού της Αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Κριμαίας»], αρ. ευρ. 18, φακ. 57.

 

Βιβλιογραφία:

Гермоген, Таврическая епархия [Γκερμογέν, Η επαρχία της Ταυρίδας], Τυπογραφείο της επαρχιακής διοίκησης, Πσκοβ 1887.

Греки в истории Крыма [Έλληνες στην ιστορία της Κριμαίας], Σύντομο βιογραφικό ευρετήριο, Συμφερούπολη 2000.

М. А. Абдуллаєва, Грецькі громади Криму в 1917 – 1938 рр. [Μ. Α. Αμπντουλλάεβα, Ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας το 1917 – 1938], Ινστιτούτο της Ιστορίας Ουκρανίας της ΕΑΕ της Ουκρανίας, Κίεβο 2001.

М. А. Абдуллаєва, Православні храми та монастирі Криму як осередки духовного життя грецького населення (кінець XVIII – 30-і роки XX ст.). [Μ. Α. Αμπντουλλάεβα, Ορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια της Κριμαίας ως κέντρα της πνευματικής ζωής του ελληνικού πληθυσμού (τέλη του 18ου αι. – δεκαετία του 1930)], αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Ινστιτούτο Ιστορίας της Ουκρανίας της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Ουκρανίας, Κίεβο 2002.

Таврические епархиальные ведомости [Ταυρίτσεσκιε Επαρχιάλνιε Βέντομοστι], 1886, τχ. 7.

Ю. А. Катунин, «Антиклерикальная политика крымских органов власти (30-е годы XX века)» [Γιου. Α. Κατούνιν, Αντιεκκλησιαστική πολιτική των οργάνων της εξουσίας στην Κριμαία στη δεκαετία του 1930], Κουλτούρα Ναρόντοβ Πριτσερνομόρια, 1999, τχ. 11.


Επιστροφή